Μετάφραση από αγγλικό κείμενο στο: World Review of Political Economy Vol. 15 No. 4 Winter 2024 Pp. 480–497.
Των Enfu Cheng και Jiankun Gao
Μετάφραση Μπαρδουνιώτης Φίλιππος
Περίληψη
Για την επιστημονική κατανόηση και την ορθή ρύθμιση των εγχώριων και διεθνών οικονομικών λειτουργιών, τόσο η ακαδημαϊκή έρευνα όσο και η χάραξη πολιτικής απαιτούν την ανάλυση της σχέσης μεταξύ της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, του μηχανισμού της αγοράς και της κρατικής οικονομικής ρύθμισης. Η κατανομή της συνολικής ποσότητας εργασίας κατά αναλογικό τρόπο αποτελεί μια γενική αρχή που εφαρμόζεται σε όλες τις κοινωνικές μορφές. Ο μηχανισμός της αγοράς είναι ένα σημαντικό μέσο εφαρμογής της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτό το πεδίο από τη μετάβαση από την απλή εμπορευματική οικονομία στην καπιταλιστική εμπορευματική οικονομία. Η κρατική οικονομική ρύθμιση αποτελεί έναν άλλο τρόπο εφαρμογής της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας σε μια οικονομία που ρυθμίζεται από το κράτος. Στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς της Κίνας, ο μηχανισμός της αγοράς και η κρατική οικονομική ρύθμιση λειτουργούν από κοινού ως ένα οργανικά ενοποιημένο σύνολο, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας μέσω συμπληρωματικών λειτουργιών και συνεργικών αποτελεσμάτων.
Λέξεις-κλειδιά: αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας, μηχανισμός της αγοράς, κρατική οικονομική ρύθμιση, κατανομή πόρων
Στον 21ο αιώνα, η επίτευξη επιστημονικής κατανόησης και ορθής ρύθμισης των εγχώριων και διεθνών οικονομικών λειτουργιών απαιτεί την ανάλυση της σχέσης μεταξύ της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, του μηχανισμού της αγοράς και της κρατικής οικονομικής ρύθμισης.
1. Η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας ως καθολική αρχή της ανθρώπινης κοινωνικής παραγωγής και οικονομικής ανάπτυξης
1.1. Γενικό περιεχόμενο της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας
Όπως επεσήμανε ο Καρλ Μαρξ, «οι ποσότητες των προϊόντων που αντιστοιχούν στις διαφορετικές ποσότητες των αναγκών απαιτούν διαφορετικές και ποσοτικά καθορισμένες ποσότητες του συνολικού εργατικού δυναμικού της κοινωνίας» (Μαρξ [1868] 2010, 68). Η αναλογική κατανομή του συνολικού όγκου εργασίας (εφεξής καλούμενη ως «αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας») αποτελεί την αρχή που διέπει την αντιφατική κίνηση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και κοινωνικών αναγκών, καθώς και τη συντονισμένη ανάπτυξη του συνόλου της εθνικής οικονομίας.
Η εγγενής απαίτηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας είναι ότι το σύνολο της κοινωνικής εργασίας (υπό τη μορφή ανθρώπινου δυναμικού, μέσων παραγωγής και υλικών πόρων), πρέπει να κατανέμεται αναλογικά στην κοινωνική παραγωγή και στην εθνική οικονομία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες. Στην αντιφατική κίνηση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και αναγκών, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διατηρείται μια δυναμική και συνολική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων προϊόντων και αναγκών ως προς τη δομή των αξιών χρήσης, ώστε να επιτυγχάνονται τα μέγιστα παραγωγικά αποτελέσματα με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση εργασίας, υπό τις δεδομένες συνθήκες. Στο επίπεδο του συνόλου της εθνικής οικονομίας, πρέπει να διατηρείται η διαρθρωτική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων κλάδων και οικονομικών τομέων.
1.2. Εξέλιξη των μορφών υλοποίησης της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας
Καθώς ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και τα οικονομικά συστήματα ποικίλλουν, η έκφραση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας μεταβάλλεται ανάλογα.
Σε μια φυσική οικονομία που χαρακτηρίζεται κυρίως από αυτάρκεια και απουσία εμπορευματικών ανταλλαγών βασισμένων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας εκδηλώνεται πρωτίστως μέσω ενός φυσικού καταμερισμού εργασίας εντός κοινωνικών μονάδων, όπως οικογένειες ή φυλές. Αυτός βασίζεται σε καθαρά βιολογικές διαφορές, όπως το φύλο και η ηλικία, καθώς και στις φυσικές συνθήκες εργασίας που μεταβάλλονται ανάλογα με τις εποχές (Μαρξ [1867] 2010, 89). Σε αυτό το στάδιο, «η κοινωνία αποτελούνταν από μια μάζα ομοιογενών οικονομικών μονάδων (πατριαρχικές αγροτικές οικογένειες, πρωτόγονες αγροτικές κοινότητες, φεουδαρχικά κτήματα)» (Λένιν [1899] 2009, 37). Οι συνθήκες μιας τέτοιας οικονομίας, παρατήρησε ο Μαρξ, «είτε παράγονται εξ ολοκλήρου είτε κατά το μεγαλύτερο μέρος από την ίδια την οικονομία, αντικαθίστανται άμεσα και αναπαράγονται από το ακαθάριστο προϊόν της» (Μαρξ [1894] 2010, 781–782). Μια οικονομία αυτής της μορφής ονομάζεται φυσική οικονομία. Αν και η ζήτηση σε αυτό το στάδιο είναι πολύ χαμηλή λόγω του χαμηλού επιπέδου παραγωγικότητας, η ίδια η αναγκαιότητα υποχρεώνει την κοινωνική οργάνωση να κατανέμει τον συνολικό χρόνο εργασίας με ακρίβεια στην παραγωγή διαφόρων λειτουργιών.
Σε μια απλή εμπορευματική οικονομία, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας εκδηλώνεται μέσω ενός συνδυασμού του καταμερισμού εργασίας εντός της κοινωνικής μονάδας και του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Σε αυτό το στάδιο, λόγω του χαμηλού επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων, ο φυσικός καταμερισμός εργασίας εντός της κοινωνικής μονάδας εξακολουθεί να κυριαρχεί. Σε μια οικονομία που περιλαμβάνει παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας πραγματοποιείται μέσω της αυθόρμητης δράσης του μηχανισμού της αγοράς. Σε μια απλή εμπορευματική οικονομία, ωστόσο, η παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων δεν κατέχουν ακόμη κυρίαρχη θέση στο κοινωνικό σύστημα παραγωγής, καθώς η ανταλλακτική αξία εξακολουθεί να εκφράζεται μόνο ως κατάλοιπο της αξίας χρήσης που δημιουργούν οι παραγωγοί για την επιβίωσή τους (Marx [1857–1858] 2010b, 465–466).
Στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας εκφράζεται μέσω του συνδυασμού του μη οργανωμένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας στο σύνολο της κοινωνίας και του οργανωμένου καταμερισμού εργασίας εντός των παραγωγικών μονάδων. Σε αυτό το στάδιο, η ανταλλακτική αξία, ως μορφή υλοποίησης της αναλογικής κατανομής της εργασίας, αποκτά κυρίαρχη θέση και «κάθε άμεση σχέση των παραγωγών με τα προϊόντα τους ως αξίες χρήσης εξαφανίζεται· όλα τα προϊόντα παρουσιάζονται ως προϊόντα προς εμπορίo» (Marx [1857–1858] 2010b, 466, η έμφαση στο πρωτότυπο). Συνεπώς, και λόγω του υψηλού βαθμού ανάπτυξης του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, η ανταλλαγή και η παραγωγή εμπορευμάτων κατέχουν κυρίαρχη θέση στο κοινωνικό σύστημα παραγωγής.
Σε μια σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας εκφράζεται κυρίως μέσω του συνδυασμού του οργανωμένου καταμερισμού εργασίας στο σύνολο της κοινωνίας και του οργανωμένου καταμερισμού εργασίας εντός της παραγωγικής μονάδας. Η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας υλοποιείται μέσω του συνδυασμού της κρατικής οικονομικής ρύθμισης, η οποία κατέχει κυρίαρχη και πρωταρχική θέση, και του μηχανισμού της αγοράς, ο οποίος κατέχει δευτερεύουσα θέση.
Σε μια σοσιαλιστική οικονομία αγοράς, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας εκδηλώνεται μέσω του συνδυασμού του οργανωμένου καταμερισμού εργασίας εντός της παραγωγικής μονάδας και του προγραμματισμένου και εποπτευόμενου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας υλοποιείται μέσω της οργανικής ενσωμάτωσης του μηχανισμού της αγοράς με την κρατική οικονομική ρύθμιση.
Μπορεί επομένως να διαπιστωθεί ότι η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας αποτελεί μια καθολική αρχή που διαπερνά τα διάφορα οικονομικά συστήματα της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως επεσήμανε ο Μαρξ, «ο καταμερισμός της εργασίας στην κοινωνία γενικά, είτε αυτός επιτυγχάνεται μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων είτε όχι, είναι κοινός σε όλες τις οικονομικές μορφές της κοινωνίας» (Μαρξ [1867] 2010, 364).
Από την ανάλυση του έργου «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ, και αφήνοντας κατά μέρος τη διεθνή παραγωγή και ανταλλαγή, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο νόμος της αξίας ασκεί επίδραση στην κατανομή των πόρων μιας χώρας σε δύο επίπεδα. Πρώτον, σε επιχειρηματικό ή μικροοικονομικό επίπεδο, η διαφορά μεταξύ κοινωνικής αξίας και ατομικής αξίας διαμορφώνεται μέσω της απαίτησης ότι η αξία ενός δεδομένου εμπορεύματος καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας (δηλαδή, τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας με την πρώτη έννοια). Με αυτόν τον τρόπο προωθείται η επικράτηση των ισχυρότερων μεταξύ των διαφορετικών επιχειρήσεων στον ίδιο κλάδο, οι πόροι συγκεντρώνονται σε επιχειρήσεις που διαθέτουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, και επιτυγχάνεται η βελτίωση της αποδοτικότητας στην κατανομή των πόρων και η ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγικότητας. Δεύτερον, σε κοινωνικό ή μακροοικονομικό επίπεδο, μέσω του ρόλου του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας με τη δεύτερη έννοια (δηλαδή, του αναγκαίου χρόνου εργασίας που κατανέμεται αναλογικά στους διάφορους κλάδους παραγωγής σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες), η κατανομή των πόρων διαμορφώνεται βάσει του νόμου της κοινωνικής κατανομής της εργασίας, ανάλογα με τον ανταγωνισμό του κεφαλαίου για υψηλά ποσοστά κέρδους. Μέσω της ελεύθερης ροής των συντελεστών παραγωγής, όπως το κεφάλαιο και η εργασία, στους διάφορους τομείς της κοινωνικής παραγωγής, προωθείται η μεταφορά πόρων σε τομείς υψηλής παραγωγικής αποδοτικότητας και διευκολύνεται ο εξορθολογισμός και η αναβάθμιση της βιομηχανικής διάρθρωσης (Wang 2015).
2. Η σχέση μεταξύ του μηχανισμού της αγοράς και της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας
2.1. Η έννοια του μηχανισμού της αγοράς
Ο μηχανισμός της αγοράς αποτελεί τον νόμο που διέπει τη θεμελιώδη αντίφαση σε μια εμπορευματική οικονομία, δηλαδή την κίνηση της αντίφασης μεταξύ ιδιωτικής ή μερικής εργασίας και κοινωνικής εργασίας.
Η ουσία του νόμου της αξίας έγκειται στο ότι η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους. Ως ποσοστό του συνολικού κοινωνικού χρόνου εργασίας, ο χρόνος εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος πρέπει να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή στο ποσοστό του χρόνου εργασίας που η κοινωνία κατανέμει στο εν λόγω εμπόρευμα. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων πραγματοποιείται σύμφωνα με την αρχή της ισοδύναμης αξίας. Η λειτουργία της προσφοράς και της ζήτησης, του ανταγωνισμού και των διακυμάνσεων των τιμών στην κατανομή των πόρων βασίζεται στην αγοραία αξία, η οποία αποτελεί τη συγκεκριμένη μορφή υλοποίησης του νόμου της αξίας.
Σε μια εμπορευματική οικονομία, λόγω της ανεξάρτητης σχέσης μεταξύ των παραγωγών εμπορευμάτων, η παραγωγική εργασία κάθε παραγωγού εμφανίζεται αρχικά ως ιδιωτική εργασία. Η ιδιωτική εργασία μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική εργασία μόνο μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων, καθιστώντας έτσι μέρος του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Για να πραγματοποιηθεί η αξία των εμπορευμάτων, οι παραγωγοί πρέπει να μετατρέψουν τον ατομικό χρόνο εργασίας τους σε κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Ο ατομικός χρόνος εργασίας των παραγωγών εμπορευμάτων μετατρέπεται πρώτα σε κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του ίδιου εμπορεύματος εντός του ίδιου κλάδου παραγωγής (δηλαδή, ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης αξίας χρήσης υπό τις υπάρχουσες κοινωνικά κανονικές συνθήκες παραγωγής, με μέσο κοινωνικό επίπεδο δεξιότητας και έντασης εργασίας). Στη συνέχεια, μετατρέπεται περαιτέρω σε κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή διαφορετικών εμπορευμάτων μεταξύ διαφορετικών κλάδων παραγωγής (δηλαδή, «ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή της κοινωνικά αναγκαίας συνολικής ποσότητας των διαφόρων ειδών εμπορευμάτων που βρίσκονται στην αγορά, υπό τις υπάρχουσες μέσες συνθήκες κοινωνικής παραγωγής», βλ. Marx [1894] 2010, 634). Η ανταλλαγή εμπορευμάτων σύμφωνα με τις κοινωνικές αξίες απαιτεί ο συνολικός χρόνος εργασίας που δαπανά η κοινωνία για την παραγωγή αυτών των εμπορευμάτων να αντιστοιχεί σε εκείνον που απαιτείται για την αναλογική κατανομή του συνολικού κοινωνικού χρόνου εργασίας σε αυτά. Δηλαδή, η αναλογία του συνολικού κοινωνικού χρόνου εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος πρέπει να αντιστοιχεί στις κοινωνικές ανάγκες και στο ποσοστό χρόνου εργασίας που η κοινωνία κατανέμει στο εμπόρευμα αυτό. Ο Μαρξ τόνισε:
«Ο νόμος της αξίας των εμπορευμάτων καθορίζει τελικά πόσο από τον διαθέσιμο χρόνο εργασίας της κοινωνίας μπορεί να δαπανηθεί για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία εμπορευμάτων. Αλλά αυτή η σταθερή τάση προς την ισορροπία των διαφόρων σφαιρών της παραγωγής ασκείται μόνο με τη μορφή αντίδρασης ενάντια στη συνεχή διατάραξη αυτής της ισορροπίας» (Marx [1867] 2010, 361).
2.2. Η σχέση του μηχανισμού της αγοράς με την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας
Ο μηχανισμός της αγοράς αποτελεί μια θεμελιώδη μορφή υλοποίησης της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας σε μια εμπορευματική οικονομία. Όπως δήλωσε ο Μαρξ:
«Η μορφή με την οποία αυτή η αναλογική κατανομή της εργασίας επιβάλλεται σε μια κοινωνία όπου η διασύνδεση της κοινωνικής εργασίας εκφράζεται ως ιδιωτική ανταλλαγή των ατομικών προϊόντων εργασίας, είναι ακριβώς η ανταλλακτική αξία αυτών των προϊόντων» (Μαρξ [1868] 2010, 68, η έμφαση στο πρωτότυπο).
Σε μια εμπορευματική οικονομία, ο νόμος της αξίας υλοποιεί την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας μέσω της αυθόρμητης διακύμανσης της ανταλλακτικής αξίας που προκαλείται από τον ανταγωνισμό, δηλαδή μέσω της μορφής της αξίας. Ο ανταγωνισμός σε μια εμπορευματική οικονομία παρέχει στους παραγωγούς ένα σήμα για την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, προκαλώντας αυθόρμητες διακυμάνσεις στην ανταλλακτική αξία και καθοδηγώντας έτσι αυθόρμητα την παραγωγή. Ο Ένγκελς επεσήμανε:
«Μόνο μέσω των διακυμάνσεων του ανταγωνισμού, και συνεπώς των τιμών των εμπορευμάτων, επιβάλλεται ο νόμος της αξίας της εμπορευματικής παραγωγής και ο προσδιορισμός της αξίας του εμπορεύματος από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας γίνεται πραγματικότητα», και «Μόνο μέσω της υποτίμησης ή της υπερτίμησης των προϊόντων γίνεται αντιληπτό στους μεμονωμένους παραγωγούς εμπορευμάτων τι απαιτεί ή δεν απαιτεί η κοινωνία και σε ποιες ποσότητες» (Engels [1884] 2010a, 287).
Η λειτουργία του νόμου της αξίας στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας μεταβάλλεται ανάλογα με την εξέλιξη της ανταλλακτικής αξίας, δηλαδή της μορφής της αξίας και του οικονομικού συστήματος.
2.2.1. Ο ρόλος του μηχανισμού της αγοράς στην απλή εμπορευματική οικονομία
Στην απλή εμπορευματική οικονομία, ο μηχανισμός της αγοράς διαδραματίζει γενικά μικρό ρόλο στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας.
Αν και η ανταλλαγή εμπορευμάτων είχε ήδη εμφανιστεί πριν από τη δημιουργία οικονομίας όπου τα εμπορεύματα παράγονταν απευθείας για ανταλλαγή, ο μηχανισμός της αγοράς βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο και διαδραμάτιζε ελάχιστο ρόλο στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας. Στις πρώιμες πρωτόγονες κοινωνίες, λόγω του χαμηλού επιπέδου παραγωγικότητας, η ανταλλαγή πλεονασματικών προϊόντων γινόταν μόνο σπάνια, συνήθως εντός των φυλών. Οι μορφές αξίας σε αυτές τις περιστασιακές ανταλλαγές εμφανίζονται ως απλές, ατομικές ή τυχαίες μορφές αξίας. Αυτή η μορφή αξίας δεν εκφράζει επαρκώς την αξία των εμπορευμάτων· την εκφράζει μόνο σε όρους της αξίας χρήσης ενός άλλου εμπορεύματος και δεν αποδίδει επαρκώς την ουσία της αξίας, δηλαδή τη συμπύκνωση της ανθρώπινης εργασίας εν γένει. Καθώς η πρωτόγονη κοινωνία πλησίαζε στο τέλος της, ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας μεταμόρφωσε σταδιακά την ανταλλαγή εμπορευμάτων από τυχαία σε τακτική, και από ανταλλαγή μεταξύ φυλών και αρχηγών σε προσωπική ανταλλαγή. Κατά συνέπεια, η μορφή της αξίας στην απλή εμπορευματική οικονομία πέρασε αργά από την απλή, ατομική ή τυχαία μορφή αξίας στην συνολική ή διευρυμένη μορφή αξίας και σταδιακά εξελίχθηκε στη γενική μορφή αξίας. Η συνολική ή διευρυμένη μορφή αξίας, αν και για πρώτη φορά κατέστησε πραγματικά εμφανή την αξία των εμπορευμάτων ως αδιαφοροποίητη συμπύκνωση ανθρώπινης εργασίας, δεν είχε ακόμη αποκτήσει έναν ομοιόμορφο τρόπο έκφρασης και παρέμενε μια ανεπαρκής μορφή έκφρασης της αξίας. Η γενική μορφή της αξίας λειτουργεί ως συνήθες ισοδύναμο στον κόσμο των εμπορευμάτων, αλλά δεν είναι σταθερή στον χρόνο και περιορίζεται σε μια μικρή γεωγραφική περιοχή. Έτσι, στις αρχικές ανταλλαγές πριν από την εμφάνιση της εμπορευματικής οικονομίας, ο ανταγωνισμός με την πραγματική έννοια δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί και η κατανομή της κοινωνικής εργασίας δεν μπορούσε να καθοριστεί από τακτικές και ισχυρές διακυμάνσεις στην ανταλλακτική αξία.
Μετά την εμφάνιση της απλής εμπορευματικής οικονομίας, ο νόμος της αξίας άρχισε να πραγματώνει την αρχή της αναλογικότητας, ρυθμίζοντας αυθόρμητα την παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων, αλλά η ρυθμιστική του επίδραση ήταν ακόμα σχετικά περιορισμένη. Όταν ο δεύτερος μεγάλος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας σταδιακά διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε, με κύριο περιεχόμενο τον διαχωρισμό της βιοτεχνίας από τη γεωργία, καθιερώθηκε η παραγωγή εμπορευμάτων με άμεσο σκοπό την ανταλλαγή (Engels [1884] 2010b, 274–276). Με την ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και την εμφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής, ήρθε και η διαμόρφωση της αγοράς. Ο Λένιν εξήγησε τη διαδικασία ως εξής: «Η “αγορά” προκύπτει όπου και στον βαθμό που εμφανίζονται ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας και η παραγωγή εμπορευμάτων» (Λένιν [1893] 2008, 100). Κατά συνέπεια, η μορφή της αξίας μετατρέπεται σταδιακά από τη γενική μορφή της αξίας στη χρηματική μορφή. Η μορφή της τιμής ενός εμπορεύματος είναι η μορφή της αξίας του εκφρασμένη σε χρήμα. Ο ανταγωνισμός εφαρμόζει τον νόμο της αξίας μέσω της αυθόρμητης διακύμανσης των τιμών των εμπορευμάτων. Σε αυτή τη διαδικασία, ο μηχανισμός της αγοράς, ως τυφλή δύναμη, ρυθμίζει αυθόρμητα την κοινωνική εργασία, διατηρώντας έτσι την κοινωνική ισορροπία της παραγωγής και πραγματώνοντας τον νόμο της αναλογικότητας. Η τυφλή ρύθμιση που ασκείται από τον νόμο της αξίας έχει δύο πτυχές. Η ρύθμιση μέσω του νόμου της αξίας (ή ρύθμιση της αγοράς) προσδίδει στην αγορά λειτουργικά πλεονεκτήματα, όπως η βραχυπρόθεσμη κατανομή των πόρων, η μικροοικονομική ισορροπία, η μετάδοση σημάτων, η τεχνολογική καινοτομία και η κινητοποίηση των συμφερόντων. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν και λειτουργικές αδυναμίες, όπως αποκλίσεις από τους στόχους ρύθμισης, αργή ταχύτητα προσαρμογής, υψηλό κόστος ρύθμισης, περιορισμοί στον βαθμό προσαρμογής και παρεμπόδιση της τεχνολογικής προόδου (Cheng 1990). Αυτές οι λειτουργικές αδυναμίες αντανακλούν το ενδεχόμενο οικονομικής κρίσης που είναι εγγενές στο χρήμα ως μέσο κυκλοφορίας και λειτουργίας. Ωστόσο, πριν η απλή εμπορευματική οικονομία μετατραπεί σε καπιταλιστική οικονομία αγοράς, δεν κυριαρχούσε στο σύνολο της κοινωνικής οικονομίας. Κατά συνέπεια, η πιθανότητα οικονομικών κρίσεων που υποδηλώνεται από τις προαναφερθείσες αδυναμίες δεν υλοποιήθηκε σε αυτό το στάδιο.
2.2.2. Ο ρόλος του μηχανισμού της αγοράς στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς
Η πορεία ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας αγοράς περιλαμβάνει δύο στάδια: τον καπιταλισμό ελεύθερου ανταγωνισμού και τον μονοπωλιακό καπιταλισμό με κρατική παρέμβαση. Ανεξάρτητα από το στάδιο ανάπτυξης, ο μηχανισμός της αγοράς διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές ποσοτικής και μερικής ποιοτικής μεταβολής.
Στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, η συνδυασμένη δράση του μηχανισμού της αγοράς και του νόμου της ιδιωτικής υπεραξίας επιδείνωσε τη λειτουργική αδυναμία που προέκυπτε από την αυθόρμητη δράση του μηχανισμού της αγοράς. Ο νόμος της ιδιωτικής υπεραξίας είναι ο νόμος κίνησης της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού, δηλαδή της αντίφασης μεταξύ της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ως προς τις παραγωγικές δυνάμεις, η κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής απαιτεί όχι μόνο την οργάνωση και τον προγραμματισμό της εσωτερικής παραγωγής των μεμονωμένων επιχειρήσεων, αλλά και την οργάνωση της εμπορευματικής παραγωγής στο σύνολο της κοινωνίας, ώστε να επιτευχθεί ένας οργανωμένος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, με σκοπό την υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας. Ως προς τις σχέσεις παραγωγής, η καπιταλιστική ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής καθορίζει ότι ο μοναδικός σκοπός του ιδιοκτήτη ιδιωτικού κεφαλαίου κατά την άσκηση της παραγωγής είναι η επιδίωξη της ιδιωτικής υπεραξίας ή του ιδιωτικού κέρδους, ενώ ο κάτοχος της εργατικής δύναμης μπορεί να ζήσει μόνο με την πώλησή της.
Στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς, η αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής συγκεκριμενοποιείται έτσι στη βασική αντίφαση του καπιταλισμού. Αυτή η αντίφαση εκδηλώνεται κυρίως σε δύο πτυχές.
Η πρώτη είναι η αντίφαση μεταξύ του οργανωμένου χαρακτήρα της παραγωγής στο εσωτερικό των μεμονωμένων επιχειρήσεων και της αναρχίας ή αταξίας της παραγωγής στο σύνολο της κοινωνίας. Αυτή η αντίφαση αποτελεί τη συγκεκριμένη εκδήλωση της αντίφασης μεταξύ ιδιωτικής εργασίας και κοινωνικής εργασίας στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς. Λόγω της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, οι μεμονωμένες επιχειρήσεις των ιδιοκτητών ιδιωτικού κεφαλαίου χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό σχεδιασμού και οργάνωσης. Τα μέσα παραγωγής χρησιμοποιούνται από μια ομάδα εργαζομένων, η παραγωγική διαδικασία ολοκληρώνεται μέσω μιας σειράς καταμερισμών εργασίας και το προϊόν εργασίας γίνεται κοινό προϊόν των εργαζομένων που το δημιούργησαν. Ωστόσο, η καπιταλιστική ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής σημαίνει ότι στην κοινωνική οικονομία στο σύνολό της, η εμπορευματική παραγωγή από διάφορους κλάδους και επιχειρήσεις βρίσκεται σε κατάσταση αναποτελεσματικής οργάνωσης λόγω έλλειψης συντονισμού και ρύθμισης. Αυτή η κατάσταση δεν ευνοεί την επίτευξη υγιούς ανάπτυξης, καθώς, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας, μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε σχετική υπερπαραγωγή.
Η δεύτερη πτυχή είναι η αντίφαση μεταξύ της τάσης της παραγωγής για απεριόριστη επέκταση και της σχετικής μείωσης της ζήτησης από τους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τα παραγόμενα προϊόντα. Στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς, η εσωτερική κινητήρια δύναμη που αντιπροσωπεύεται από την επιδίωξη της υπεραξίας και η εξωτερική πίεση του ανταγωνισμού ωθούν τους ιδιοκτήτες ιδιωτικού κεφαλαίου να μετατρέπουν συνεχώς την υπεραξία που αποκομίζουν σε κεφάλαιο, επεκτείνοντας έτσι την κλίμακα της συσσώρευσης κεφαλαίου και της παραγωγής, οδηγώντας στη δημιουργία μονοπωλίων που σταδιακά επεκτείνονται σε παγκόσμια κλίμακα. Εν τω μεταξύ, η καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής καθορίζει ότι οι ιδιοκτήτες ιδιωτικού κεφαλαίου μεγιστοποιούν την εκμετάλλευση των εργαζομένων προκειμένου να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερη υπεραξία, με αποτέλεσμα την κοινωνική πόλωση μεταξύ πλουσίων και φτωχών: η τάξη των ιδιοκτητών ιδιωτικού κεφαλαίου, που αποτελεί μόνο μια μικρή μειοψηφία του συνολικού πληθυσμού, κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού πλούτου, ενώ οι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, κατέχουν μόνο ένα μικρό μέρος του κοινωνικού πλούτου. Όπως είπε ο Μαρξ, αυτό που παράγει ένας εργαζόμενος για τον εαυτό του:
«δεν είναι το μετάξι που υφαίνει, ούτε το χρυσάφι που εξάγει από το ορυχείο, ούτε το παλάτι που χτίζει. Αυτό που παράγει για τον εαυτό του είναι ένας μισθός, και το μετάξι, το χρυσάφι, το παλάτι μετατρέπονται γι’ αυτόν σε μια συγκεκριμένη ποσότητα μέσων διαβίωσης, ίσως σε ένα βαμβακερό σακάκι, μερικά χάλκινα νομίσματα και ένα κατάλυμα σε ένα υπόγειο» (Marx [1849] 2010, 202–203.
Το σχετικά χαμηλό επίπεδο πλούτου και εισοδήματος που διαθέτει η πλειονότητα του πληθυσμού σημαίνει ότι η ζήτηση για κοινωνικά αγαθά είναι σχετικά ανεπαρκής, και το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά ούτε καν με την καταναλωτική πίστη. Αυτό δεν συμβάλλει στην αναλογικότητα. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες πολλοί εργαζόμενοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κατοικία στην εμπορική αγορά. Αυτό έχει οδηγήσει στη χρήση «δανείων υψηλού κινδύνου» (subprime) για την αντιμετώπιση της σχετικής πλεονάζουσας προσφοράς κατοικιών και έχει προκαλέσει κρίσεις.
Στην καπιταλιστική οικονομία αγοράς του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, ο μηχανισμός της αγοράς και ο νόμος της ιδιωτικής υπεραξίας συνεργάστηκαν, εν μέρει μέσω των καταστροφικών επιπτώσεων των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων, για την επίτευξη της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας. Οι βασικές αντιφάσεις του καπιταλισμού και οι συγκεκριμένες αντιφάσεις της καπιταλιστικής λήψης αποφάσεων οδήγησαν αναπόφευκτα σε περιοδικές οικονομικές κρίσεις που συνεπάγονταν σχετική υπερπαραγωγή. Όπως επεσήμανε ο Μαρξ:
«Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών, σε αντίθεση με την τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις σαν να αποτελούσε το όριό τους μόνο η απόλυτη καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας» (Μαρξ [1894] 2010, 483).
Ο Ένγκελς σημείωσε επίσης:
«Μόλις η παραγωγή εμπορευμάτων αποκτήσει διαστάσεις παγκόσμιας αγοράς, η εξισορρόπηση μεταξύ των μεμονωμένων παραγωγών που παράγουν για ιδιωτικό λογαριασμό και της αγοράς για την οποία παράγουν —μια αγορά που όσον αφορά την ποσότητα και την ποιότητα της ζήτησης είναι περισσότερο ή λιγότερο άγνωστη σε αυτούς— επιτυγχάνεται μέσω μιας καταιγίδας στην παγκόσμια αγορά, μέσω μιας εμπορικής κρίσης» (Ένγκελς [1884] 2010a, 288).
Μπορεί επομένως να διαπιστωθεί ότι, κατά τη φάση του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι οικονομικές κρίσεις αποτέλεσαν την αντικειμενική μορφή υλοποίησης της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας αγοράς.
Στην κρατικά μονοπωλιακή καπιταλιστική οικονομία, ο μηχανισμός της αγοράς εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή του νόμου της αναλογικότητας, αλλά περιορίζεται σε κάποιο βαθμό και σε κάποιο εύρος από τον νόμο της κρατικής ρύθμισης. Λόγω των μεγάλων ζημιών που προκάλεσαν οι καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις, ο κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός εμφανίστηκε στις εθνικές οικονομίες ενός αυξανόμενου αριθμού καπιταλιστικών χωρών και σταδιακά άρχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες, η καταστροφικότητα των οικονομικών κρίσεων μειώνεται εάν οι αρνητικές επιπτώσεις της αυθόρμητης δράσης του μηχανισμού της αγοράς ελέγχονται αποτελεσματικά από το κράτος, και το κόστος υλοποίησης της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας μειώνεται. Το αντίστροφο ισχύει επίσης.
Η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, η σοβαρή στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του 1970, η χρηματοπιστωτική κρίση της δεκαετίας του 1990 και η πρόσφατη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση στις δυτικές χώρες δείχνουν ότι, εάν ο θεμελιώδης ρόλος της ρύθμισης της αγοράς δεν μπορεί να συνδυαστεί αποτελεσματικά με τον κυρίαρχο και αποφασιστικό ρόλο της κρατικής ρύθμισης, η εθνική οικονομία θα υποστεί σοβαρές ζημίες. Συχνά, η έκταση αυτών των ζημιών είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη και βαθιά. Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, όπως φαίνεται, εξακολουθεί να έχει πολύ υψηλό κόστος.
2.2.3. Ο ρόλος του μηχανισμού της αγοράς στην παραδοσιακή σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία
Στην πράξη, στις σοσιαλιστικές χώρες που εφάρμοζαν το παραδοσιακό σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας, η παραγωγή και η ανταλλαγή εμπορευμάτων αναπτύχθηκαν σε διαφορετικό βαθμό κατά τη διάρκεια των περισσότερων περιόδων. Οι κύριες εξαιρέσεις αποτέλεσαν περιπτώσεις σχεδόν πλήρους κατάργησης της εμπορευματικής οικονομίας σε περιόδους σοβαρής εθνικής ανάγκης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την οικονομία του «πολεμικού κομμουνισμού» στην πρώιμη Σοβιετική Ένωση. Ως αποτέλεσμα, ο μηχανισμός της αγοράς εξακολουθεί να διαδραματίζει, σε κάποιο βαθμό, ρόλο στην κατανομή της κοινωνικής εργασίας, στην άσκηση της οικονομικής λογιστικής και στην προώθηση της παραγωγής και ανταλλαγής εμπορευμάτων. Ωστόσο, ο ρόλος αυτός δεν είναι ούτε θεμελιώδης ούτε αποφασιστικός.
2.2.4. Ο ρόλος του μηχανισμού της αγοράς στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς
Στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς της Κίνας, ο μηχανισμός της αγοράς διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο κυρίως στον τομέα της γενικής κατανομής των πόρων, αλλά οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκεί αυτόν τον ρόλο είναι διαφορετικές από εκείνες της καπιταλιστικής οικονομίας αγοράς.
Πρώτον, η σοσιαλιστική οικονομία αγοράς της Κίνας έχει μια οικονομική βάση διαφορετικής φύσης από εκείνη της καπιταλιστικής οικονομίας αγοράς, συγκεκριμένα το βασικό οικονομικό σύστημα του σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά. Στο επίκεντρο αυτού του συστήματος βρίσκεται η δημόσια ιδιοκτησία ως κύρια μορφή, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται πολλαπλές μορφές ιδιοκτησίας. Το βάρος του κρατικού τομέα στην κινεζική οικονομία και ο ρόλος που αυτός διαδραματίζει σημαίνουν ότι η βασική αιτία των οικονομικών κρίσεων, δηλαδή η αντίφαση μεταξύ της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί. Αυτό σημαίνει ότι σε πολλούς τομείς της εθνικής οικονομίας, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας μπορεί να εφαρμοστεί σχετικά ομαλά μέσω του μηχανισμού της αγοράς.
Δεύτερον, η κρατική οικονομική ρύθμιση υλοποιεί την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας συνδυάζοντάς την οργανικά με τον μηχανισμό της αγοράς. Τα δύο αποτελούν ένα οργανικό σύνολο στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας αγοράς, επιτρέποντας θετική λειτουργική συμπληρωματικότητα και συνεργικά αποτελέσματα. Δηλαδή, ο μηχανισμός της αγοράς ρυθμίζει και κατανέμει αυτόματα τους πόρους, επιτυγχάνοντας βραχυπρόθεσμα και μερικά οφέλη, ενώ η κρατική οικονομική ρύθμιση αναλαμβάνει την πρωτοβουλία σχεδιασμού και κατανομής σημαντικών πόρων μέσω επαγγελματικών λειτουργικών φορέων, πραγματώνοντας έτσι τα συνολικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των επιχειρήσεων και της κοινωνίας.
Συνεπώς, στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς, όπου η δημόσια ιδιοκτησία αποτελεί το κύριο σώμα, ο μηχανισμός της αγοράς είναι σε θέση να αξιοποιήσει πλήρως τον θετικό καθοδηγητικό του ρόλο και να αποφύγει τις πιθανές αρνητικές συνέπειες.

3. Η σχέση μεταξύ της κρατικής οικονομικής ρύθμισης και της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας
3.1. Το περιεχόμενο της κρατικής οικονομικής ρύθμισης
Η κρατική οικονομική ρύθμιση αποτελεί τον αντικειμενικό οικονομικό νόμο που εκφράζει η βασική αντίφαση της εμπορευματικής οικονομίας, δηλαδή η αντιφατική κίνηση μεταξύ ιδιωτικής ή μερικώς ιδιωτικής εργασίας και κοινωνικής εργασίας, στην περίπτωση της κοινωνικοποιημένης μαζικής παραγωγής που ρυθμίζεται από το κράτος.
Η κρατική οικονομική ρύθμιση σημαίνει ότι, χρησιμοποιώντας οικονομικά, νομικά, διοικητικά, πειστικά και άλλα μέσα κρατικής εξουσίας, το κράτος αξιοποιεί συνειδητά τους αντικειμενικούς νόμους που διέπουν την ανάπτυξη της μεγάλης κλίμακας κοινωνικής παραγωγής, διαμορφώνει εκ των προτέρων συνολικά σχέδια για την κοινωνική παραγωγή και την εθνική οικονομία με βάση τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας και τις αναπτυξιακές τους τάσεις, και ρυθμίζει επιστημονικά και ορθολογικά την κατανομή της συνολικής κοινωνικής εργασίας σε όλους τους τομείς της παραγωγής και στο σύνολο της εθνικής οικονομίας. Η κρατική οικονομική ρύθμιση περιλαμβάνει τα ακόλουθα σημεία:
Πρώτον, ο κρατικός σχεδιασμός και η ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και της εθνικής οικονομίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κοινωνικοποιημένη παραγωγή μεγάλης κλίμακας. Στην περίπτωση της κοινωνικοποιημένης παραγωγής κατά την πρώιμη περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η τεράστια σπατάλη κοινωνικών πόρων που προκλήθηκε από τις μαζικές οικονομικές κρίσεις σχετικής υπερπαραγωγής οδήγησε τους ανθρώπους στη συνειδητοποίηση ότι μόνο μέσω της ρύθμισης της κοινωνικής παραγωγής και της εθνικής οικονομίας στο σύνολό της θα μπορούσε να διορθωθεί η τυφλή αυθόρμητη δράση του νόμου της αξίας και να πραγματοποιηθεί ο νόμος της αναλογικότητας. Όπως προέβλεψε επιστημονικά ο Μαρξ:
«Μόνο όταν η παραγωγή βρίσκεται υπό τον πραγματικό, προκαθορισμένο έλεγχο της κοινωνίας, η τελευταία καθιερώνει μια σχέση μεταξύ του όγκου του κοινωνικού χρόνου εργασίας που αφιερώνεται στην παραγωγή συγκεκριμένων ειδών και του όγκου των κοινωνικών αναγκών που πρέπει να ικανοποιηθούν από αυτά τα είδη» (Μαρξ [1894] 2010, 186).
Δεύτερον, ο κρατικός σχεδιασμός και η ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και της εθνικής οικονομίας βασίζονται στην επιστημονική κατανόηση και την ακριβή αντίληψη των σχετικών αντικειμενικών νόμων που διέπουν την κοινωνικοποιημένη παραγωγή μεγάλης κλίμακας και την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Ο σχεδιασμός και η ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και της εθνικής οικονομίας από το κράτος πρέπει να καθοδηγούνται από την επιστημονική κατανόηση των συστημάτων των οικονομικών νόμων, των φυσικών νόμων ανάπτυξης, των νόμων κοινωνικής ανάπτυξης, των νόμων επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης κ.λπ.
Κάθε δραστηριότητα που περιλαμβάνει ανθρώπινη συμμετοχή έχει τον διττό χαρακτήρα της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Ακριβώς επειδή υπάρχουν άνθρωποι που εμπλέκονται στον κρατικό σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και τη ρύθμιση, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι αυτές οι λειτουργίες αντιπροσωπεύουν αντικειμενικά γεγονότα και, ως εκ τούτου, να υποστηρίξουμε ότι οι έννοιες της «κρατικής οικονομικής ρύθμισης» και του «νόμου του σχεδιασμού» στερούνται εγκυρότητας. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της αγοράς περιλαμβάνουν επίσης ανθρώπινη συμμετοχή και έχουν ανθρώπινα υποκείμενα θα σήμαινε ότι δεν μπορεί να υπάρχει «μηχανισμός της αγοράς», «νόμος της αξίας» ή άλλες παρόμοιες έννοιες. Σε τελική ανάλυση, η ρύθμιση της αγοράς ισοδυναμεί με τη μεταβολή της συμπεριφοράς των φυσικών και νομικών προσώπων στις οικονομικές δραστηριότητες, και αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τη συμπεριφορά ή τη ρύθμιση των επιχειρήσεων, μαζί με τη συμπεριφορά των προϊόντων, των τιμών και του ανταγωνισμού.
Επομένως, τόσο οι μηχανισμοί της αγοράς όσο και η κρατική οικονομική ρύθμιση ενσωματώνουν την υποκειμενικότητα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη μορφή τους και την αντικειμενικότητα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο περιεχόμενό τους. Οι υπεύθυνες και αποτελεσματικές μικροοικονομικές και μακροοικονομικές δραστηριότητες απαιτούν από όλους τους ανθρώπους που εργάζονται σε επιχειρήσεις και κυβερνήσεις να προσπαθούν να εναρμονίσουν τις υποκειμενικές τους πρωτοβουλίες με τους αντικειμενικούς νόμους των οικονομικών δραστηριοτήτων, προκειμένου να επιτευχθεί η αποτελεσματική ενότητα υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας.
Τρίτον, ο σχεδιασμός και η ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και της εθνικής οικονομίας από το κράτος αποτελεί ένα οργανικό σύστημα που συγκροτείται από τρία στοιχεία: τον στόχο ρύθμισης, τα μέσα ρύθμισης και τον μηχανισμό ρύθμισης. Για να σχεδιάσει και να ρυθμίσει την κοινωνική παραγωγή, το κράτος πρέπει πρώτα να διαμορφώσει επιστημονικούς στόχους ρύθμισης και να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά μέσα ρύθμισης για την επίτευξή τους, βασιζόμενο σε ορθολογικούς μηχανισμούς ρύθμισης. Επομένως, ο στόχος ρύθμισης, τα μέσα ρύθμισης και ο μηχανισμός ρύθμισης αποτελούν ένα αλληλένδετο και αδιαχώριστο οργανικό σύνολο.
3.2. Η σχέση της κρατικής οικονομικής ρύθμισης με την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας
Ο διακεκριμένος Κινέζος οικονομολόγος Guoguang Liu έχει ασχοληθεί με την υποστήριξη και την επεξεργασία της «αρχής της προγραμματισμένης αναλογικής ανάπτυξης» (Liu 2014, 2009), μια προσπάθεια ιδιαίτερα αναγκαία και σημαντική. Ωστόσο, η αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας και η κρατική οικονομική ρύθμιση είναι στενά συνδεδεμένες: η κρατική οικονομική ρύθμιση αποτελεί ένα μέσο για την υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας στο πλαίσιο της κοινωνικοποιημένης παραγωγής μεγάλης κλίμακας και της εθνικής οικονομίας που ρυθμίζεται από το κράτος.
Σύμφωνα με τον Μαρξ, σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κοινή παραγωγή:
«Η κοινωνία πρέπει επίσης να κατανέμει τον χρόνο της κατάλληλα για να επιτύχει μια παραγωγή που να αντιστοιχεί στις συνολικές της ανάγκες, όπως και το άτομο πρέπει να κατανέμει σωστά τον χρόνο του για να αποκτήσει γνώσεις σε κατάλληλες αναλογίες ή να ικανοποιήσει τις διάφορες απαιτήσεις της δραστηριότητάς του. Η οικονομία του χρόνου, καθώς και η προγραμματισμένη κατανομή του χρόνου εργασίας στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, παραμένουν επομένως ο πρώτος οικονομικός νόμος» (Marx [1857–1858] 2010a, 109).
Ωστόσο, κατά το στάδιο του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού και του αρχικού σταδίου του σοσιαλισμού, ο συνολικός σχεδιασμός και η ολοκληρωμένη ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και της εθνικής οικονομίας μπορούν να αναληφθούν μόνο από το κράτος.
Η επίδραση του νόμου της αναλογικότητας που επιτυγχάνεται μέσω του νόμου της κρατικής ρύθμισης ποικίλλει σημαντικά μεταξύ διαφορετικών κοινωνιών, αλλά και μεταξύ διαφορετικών σταδίων ανάπτυξης της ίδιας κοινωνίας.
3.2.1. Ο ρόλος της κρατικής ρύθμισης στην κρατικά μονοπωλιακή καπιταλιστική οικονομία
Ο κρατικoμονοπωλιακός καπιταλισμός, προέκυψε από την κρατική οικονομική διαχείριση των κύριων χωρών που συμμετείχαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, μετά την οικονομική κρίση του 1929-1933, κατέληξε σταδιακά να κυριαρχεί στις οικονομίες των μεγάλων χωρών του καπιταλιστικού κόσμου. Προκειμένου να υλοποιήσει τον νόμο της αναλογικότητας, ο κρατικoμονοπωλιακός καπιταλισμός διορθώνει και προσαρμόζει τις αρνητικές επιπτώσεις του μηχανισμού της αγοράς.
Η κατευθυντήρια ιδεολογία του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού στον τομέα της οικονομικής ρύθμισης περιλαμβάνει δύο κύριες θεωρητικές σχολές, που εκπροσωπούνται από τα διάφορα ρεύματα της κεϋνσιανής και της νεοφιλελεύθερης σκέψης.
Η κεϋνσιανή σκέψη, όπως εφαρμόζεται στην πράξη, προσφέρει ορισμένα οφέλη για την υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, αλλά έχει και σημαντικούς περιορισμούς. Η κεντρική αρχή του κεϋνσιανισμού είναι ότι, για να επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση (η οποία ουσιαστικά αντιπροσωπεύει την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας), οι κυβερνήσεις πρέπει να χρησιμοποιούν κυρίως δημοσιονομική και νομισματική πολιτική για να αντισταθμίσουν την έλλειψη ιδιωτικών επενδύσεων. Η εφαρμογή διαφόρων θεωριών αυτής της σχολής στην πρακτική της κοινωνικοποιημένης μαζικής παραγωγής έχει πράγματι μετριάσει σε κάποιο βαθμό τις αρνητικές επιπτώσεις του μηχανισμού της αγοράς, αμβλύνοντας τις καταστροφικές συνέπειες των οικονομικών κρίσεων και επιτρέποντας στις οικονομίες των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών να διατηρήσουν σχετικά σταθερή ανάπτυξη για περισσότερα από 20 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, λόγω της διατήρησης της κυρίαρχης θέσης της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, ο κρατικός σχεδιασμός και η ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής υπό την καθοδήγηση της κεϋνσιανής ιδεολογίας υπόκεινται σε σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά το εύρος, τον βαθμό και την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης. Επιπλέον, ο επεκτατικός χαρακτήρας των κεϋνσιανών πολιτικών, όπως εφαρμόστηκαν στην πράξη, οδήγησε στο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού (stagflation) τη δεκαετία του 1970.
Εν τω μεταξύ, η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων ιδεών στην οικονομία έθεσε τις βάσεις για συχνές χρηματοπιστωτικές και οικονομικές κρίσεις. Η βασική αρχή του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι, μακροπρόθεσμα, η αυθόρμητη δράση του μηχανισμού της αγοράς μπορεί να ευθυγραμμίσει το πραγματικό ποσοστό απασχόλησης μιας χώρας με το φυσικό ποσοστό απασχόλησης που καθορίζεται από το τεχνικό επίπεδο, τα πολιτιστικά έθιμα και τους φυσικούς πόρους της χώρας (με άλλα λόγια, να επιτύχει την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας), και ότι ο κρατικός κοινωνικός και οικονομικός σχεδιασμός και η ρύθμιση είναι αναποτελεσματικοί για τη διατήρηση αυτού του φυσικού ποσοστού απασχόλησης (Gao 2000). Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, λόγω της αδυναμίας του κεϋνσιανισμού να επιλύσει το πρόβλημα του στασιμοπληθωρισμού, οι πολιτικές προτάσεις της νεοφιλελεύθερης σχολής εφαρμόστηκαν σε διαφορετικό βαθμό στις μεγάλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ο Μίλτον Φρίντμαν, ο κορυφαίος εκπρόσωπος της νεοφιλελεύθερης σχολής, υποστήριξε τη χρήση της νομισματικής πολιτικής για την επίτευξη αποτελεσματικού ελέγχου της προσφοράς χρήματος. Αυτό συνέβαλε θετικά στον περιορισμό του πληθωρισμού και επέτρεψε έτσι στις μεγάλες οικονομίες να εξέλθουν από τη στασιμότητα. Ωστόσο, η συνολική απελευθέρωση των μηχανισμών της αγοράς στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού έχει αναπόφευκτα σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Οι βασικές αντιφάσεις του καπιταλισμού επιδεινώνονται, η πόλωση μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξάνεται και οι χρηματοπιστωτικές και οικονομικές κρίσεις γίνονται συχνότερες (Zhang 2014).
3.2.2. Ο ρόλος της κρατικής ρύθμισης στην παραδοσιακή σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία
Στα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή τους, όλες οι σοσιαλιστικές χώρες καθιέρωσαν εξαιρετικά συγκεντρωτικά παραδοσιακά συστήματα σχεδιασμένης οικονομίας, βασισμένα στη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αν και υπήρχαν διαφορές στις μορφές οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής που εφαρμόζονταν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, όλες οι σοσιαλιστικές χώρες θέσπισαν μια ενοποιημένη και συγκεντρωτική οργάνωση και διαχείριση του συνόλου του κοινωνικού παραγωγικού συμπλέγματος, έτσι ώστε η κρατική οικονομική ρύθμιση να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, ενώ ο μηχανισμός της αγοράς παρέμεινε σε συμπληρωματική και δευτερεύουσα θέση. Το παραδοσιακό σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας, βασισμένο στη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, εξάλειψε ουσιαστικά τη βασική αιτία των οικονομικών κρίσεων, δηλαδή την αντίφαση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, προωθώντας έτσι την ισχυρή περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, το σύστημα αυτό αποκάλυψε και τα μειονεκτήματα της κρατικής οικονομικής ρύθμισης, όπως η υποκειμενική προτίμηση στην κρατική ρύθμιση και η έλλειψη αποτελεσματικότητάς της (Cheng 1990). Για να ξεπεραστούν αυτά τα μειονεκτήματα, μια σειρά από σοσιαλιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, πραγματοποίησαν οικονομικές μεταρρυθμίσεις προσανατολισμένες στην αγορά με στόχο «την υπέρβαση της σχεδιασμένης οικονομίας και τη διατήρηση των θετικών στοιχείων του παρελθόντος, εισάγοντας παράλληλα την οικονομία της αγοράς» (Shu και Cui 2015).
3.2.3. Ο ρόλος της κρατικής ρύθμισης στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς
Στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς της Κίνας, η κατευθυντήρια ιδεολογία του κρατικού σχεδιασμού και της ρύθμισης της κοινωνικής παραγωγής υποστηρίζει ότι η οικονομική ρύθμιση από το κράτος πρέπει να εφαρμόζει την αρχή της αναλογικής κατανομής της εργασίας σε οργανικό συνδυασμό με τον μηχανισμό της αγοράς.
Ο ρόλος της κρατικής οικονομικής ρύθμισης στην υλοποίηση της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας έχει τις ακόλουθες πτυχές:
Πρώτον, διορθώνει τις αρνητικές επιπτώσεις του μηχανισμού της αγοράς μέσω μακροοικονομικού ελέγχου και μικροοικονομικής ρύθμισης, δηλαδή μέσω της αντιστάθμισης των αδυναμιών της αγοράς. Ο κύριος σκοπός της μακροοικονομικής ρύθμισης είναι η προσαρμογή, με βάση τις οικονομικές συνθήκες, των δραστηριοτήτων της αγοράς, όπως οι επενδύσεις, η κατανάλωση, το εξωτερικό εμπόριο, η απασχόληση, η επιστήμη και η τεχνολογία, μέσω δημοσιονομικών, νομισματικών, βιομηχανικών, διανεμητικών και άλλων οικονομικών μέσων και πολιτικών, καθώς και μέσω νόμων και των αναγκαίων διοικητικών μέσων, έτσι ώστε να διατηρηθεί η μακροοικονομική σταθερότητα. Πρέπει να επιτευχθούν οι μακροοικονομικοί στόχοι της πλήρους απασχόλησης, της βασικής σταθερότητας των τιμών, της ορθολογικής βιομηχανικής διάρθρωσης, της υγιούς ισορροπίας των διεθνών πληρωμών και της δίκαιης κατανομής. Η μικρορύθμιση περιλαμβάνει κυρίως τη συνολική χρήση οικονομικών, νομικών, διοικητικών και άλλων μέσων για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς των μικροοικονομικών υποκειμένων και την ενίσχυση και βελτιστοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών. Σε αυτή την περίπτωση, οι στόχοι είναι η διασφάλιση του δίκαιου ανταγωνισμού στην αγορά, η προώθηση της επιστημονικής και τεχνολογικής καινοτομίας, η προώθηση της κοινωνικής αρμονίας και η διατήρηση ενός υγιούς φυσικού περιβάλλοντος, ώστε να επιτευχθεί συνολικός οικονομικός, πολιτικός, κοινωνικός, πολιτιστικός και οικολογικός συντονισμός και βιώσιμη ανάπτυξη.
Δεύτερον, η κρατική οικονομική ρύθμιση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη μακροπρόθεσμη κατανομή των γενικών πόρων και των ειδικών πόρων, όπως τα ορυκτά αποθέματα, καθώς και στην άμεση κατανομή. Στη μακροπρόθεσμη κατανομή των γενικών πόρων, η κυβέρνηση πραγματοποιεί προγραμματισμένη κατανομή συντονίζοντας τα βραχυπρόθεσμα με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα. Λόγω της μη ανανεώσιμης φύσης των ειδικών πόρων, όπως τα ορυκτά αποθέματα, η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει στην άμεση κατανομή αυτών των πόρων συντονίζοντας τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα, τα μερικά και τα συνολικά συμφέροντα. Στην περίπτωση των μεταφορικών υποδομών, όπως οι δρόμοι, οι σιδηρόδρομοι, οι αερομεταφορές, οι ποταμοί και οι αγωγοί, καθώς και στις ταχυδρομικές και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, η κατανομή των υλικών πόρων αποφασίζεται βασικά από το κράτος, και στη συνέχεια πραγματοποιούνται μερικώς προσανατολισμένες στην αγορά λειτουργίες. Αυτό συμβαίνει αντί να καθορίζει απευθείας η αγορά (οι επιχειρήσεις) τον τρόπο κατανομής αυτών των σημαντικών υλικών πόρων.
Τρίτον, η κρατική οικονομική ρύθμιση πρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ή ηγετικό ρόλο στην κατανομή των μη υλικών πόρων, όπως η εκπαίδευση, η ιατρική περίθαλψη και ο πολιτισμός. Πολλά έργα σε τομείς μη υλικών πόρων έχουν βαθιά σημασία για τη γενική μακροπρόθεσμη δημόσια ευημερία και για την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των ανθρώπων. Εάν οι εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς υπηρεσιών καθορίζονται αποκλειστικά από την αγορά, τότε η κοινωνική δικαιοσύνη και ο προσανατολισμός των αξιών δεν μπορούν να υλοποιηθούν με επιτυχία. Τέτοιοι τομείς απαιτούν η κρατική οικονομική ρύθμιση να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, σε συνδυασμό με τον μηχανισμό της αγοράς, προκειμένου να επιτευχθεί μια αποτελεσματική και λογικά δίκαιη κατανομή των μη υλικών πόρων.
Τέταρτον, η κοινή ευημερία πρέπει να προωθηθεί μέσω μεγαλύτερης ρύθμισης στον τομέα της κατανομής του πλούτου και του εισοδήματος. Η κρατική οικονομική ρύθμιση πρέπει να παρεμβαίνει στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου ήδη από το στάδιο της πρωτογενούς διανομής, με την κυβέρνηση να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο μέσω της διαμόρφωσης και της εφαρμογής σχετικών νόμων και κανονισμών. Εν τω μεταξύ, το κράτος, μέσω των δημόσιων επιχειρήσεων, πρέπει να καθορίσει την κατάλληλη αναλογία μεταξύ συσσώρευσης, κατανάλωσης και διανομής ανάλογα με την εργασία, να εξασφαλίσει μια λογική αναλογία της αμοιβής της εργασίας στην πρωτογενή διανομή και να προωθήσει την αύξηση της αμοιβής της εργασίας παράλληλα με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Όσον αφορά τον μηχανισμό της αναδιανομής, η κρατική οικονομική ρύθμιση πρέπει να διορθώσει την τάση υπερβολικής πόλωσης μεταξύ πλουσίων και φτωχών που προκαλείται από την πρωτογενή διανομή. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να προωθήσει την αύξηση του εισοδήματος των κατοίκων, να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη και να επιτύχει υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματος των κατοίκων στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση πρέπει να δημιουργήσει ένα σύστημα εγγύησης της κοινωνικής ισότητας, βελτιώνοντας συνεχώς τις υποδομές, τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες, την κοινωνική ασφάλιση, τους συντελεστές των πόρων και το σύστημα καταγραφής των νοικοκυριών. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να ρυθμίσει το υπερβολικό εισόδημα των ομάδων υψηλού εισοδήματος μέσω της φορολογίας και άλλων συστημάτων, να αυξήσει το εισόδημα των ομάδων χαμηλού εισοδήματος μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών και, μέσω της επιβολής του νόμου, να θέσει τέλος στα παράνομα εισοδήματα (Cheng και Gao 2014).
Συνοψίζοντας, η επεξήγηση και η αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας, του μηχανισμού της αγοράς και της κρατικής οικονομικής ρύθμισης προσφέρει σημαντικά οφέλη σε επίπεδο πολιτικής, ενώ το έργο αυτό έχει επίσης υψηλή ακαδημαϊκή αξία. Ο μηχανισμός της αγοράς αποτελεί ζωτικό εργαλείο για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας. Από τη στιγμή που η απλή εμπορευματική οικονομία μετατράπηκε σε καπιταλιστική εμπορευματική οικονομία, ο μηχανισμός της αγοράς διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή αυτής της αρχής. Σε μια κρατικά ρυθμιζόμενη οικονομία, η οικονομική ρύθμιση από το κράτος αποτελεί έναν άλλο τρόπο με τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας. Στη σοσιαλιστική οικονομία αγοράς της Κίνας, η κρατική οικονομική ρύθμιση και ο μηχανισμός της αγοράς συνδυάζονται σε ένα οργανικό σύνολο, αμοιβαία συμπληρωματικό ως προς τη λειτουργία και συνεργικό ως προς το αποτέλεσμα, καθιστώντας το ικανό να εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας και να εξαλείψει την παλαιά κανονικότητα των διάφορων οικονομικών ανισορροπιών. Ως αποτέλεσμα, «μπορούν να παραχθούν όσο το δυνατόν περισσότερα προϊόντα με όσο το δυνατόν λιγότερους πόρους και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο όφελος» (Xi 2013).
Τέλος, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αναδιάρθρωση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος στο σύνολό του και ο εξορθολογισμός της διεθνούς οικονομικής τάξης συνδέονται στενά με τη λειτουργία της αρχής της αναλογικής κατανομής της εργασίας στη διεθνή οικονομία, με τον μηχανισμό της διεθνούς αγοράς, με τη διεθνή οικονομική ρύθμιση και με τις μεταξύ τους σχέσεις.
Πηγές
Πηγές
Cheng, E. 1990. “On the Formation of a New-Type Regulatory Mechanism Based on Market Regulation with State Regulation as the Leading Factor.” [In Chinese.] Journal of Finance and Economics, no. 12: 1–11.
Cheng, E., and J. Gao. 2014. “On the Decisive Role of the Market in the Allocation of Resources and on the Dual Regulation Theory of Socialism with Chinese Characteristics.” [In Chinese.] Studies on Socialism with Chinese Characteristics, no. 1: 51–57.
Engels, F. (1884) 2010a. “Marx and Rodbertus. Preface to the First German Edition of The Poverty of Philosophy by Karl Marx.” In Marx and Engels Collected Works, vol. 26, 278–291. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Engels, F. (1884) 2010b. “The Origin of the Family, Private Property and the State.” In Marx and Engels Collected Works, vol. 26, 129–276. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Gao, H. 2000. “Development of Western Micro and Macro Economics in the 20th Century.” [In Chinese.] Journal of Renmin University of China, no. 1: 4–11.
Lenin, V. (1893) 2008. “On the So-Called Market Question.” In Lenin Collected Works, vol. 1, 75–Moscow: Progress Publishers.
Lenin, V. (1899) 2009. The Development of Capitalism in Russia. Vol. 3 of Lenin Collected Works. Moscow: Progress Publishers.
Liu, G. 2009. “Planning Is a Strength of the Socialist Market Economy.” [In Chinese.] Guangming Daily, March 17.
Liu, G. 2014. “On the Role of Government and Market in Resource Allocation.” [In Chinese.] Contemporary Economic Research 223 (3): 5–8.
Marx, K. (1849) 2010. “Wage Labour and Capital.” In Marx and Engels Collected Works, vol. 9, 197–228. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Marx, K. (1857–1858) 2010a. “Outlines of the Critique of Political Economy (Rough Draft of 1857–58).” In Marx and Engels Collected Works, vol. 28, 49–567. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Marx, K. (1857–1858) 2010b. “Economic Manuscripts of 1857–58 (First Version of Capital).” In Marx and Engels Collected Works, vol. 29, 3–590. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Marx, K. (1867) 2010. Capital, vol. 1. Vol. 35 of Marx and Engels Collected Works. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Marx, K. (1868) 2010. “Marx to Ludwig Kugelmann. 11 July.” In Marx and Engels Collected Works, vol. 43, 67–70. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Marx, K. (1894) 2010. Capital, vol. 3. Vol. 37 of Marx and Engels Collected Works. Digital edition. London: Lawrence & Wishart.
Shu, Z., and Y. Cui. 2015. “The Lifting of the ‘North Paradox’: The Coupling of Two Decisive Effects of the Government and the Market.” [In Chinese.] Journal of Economics of Shanghai School, 1: 51–59.
Wang, T. 2015. “On the Decisive Role of the Law of Value in Resource Allocation.” [In Chinese.] Contemporary Economic Research, no. 8: 15–19.
Xi, J. 2023. “Explanation of the Decision of the CPC Central Committee on Several Important Issues of Comprehensively Deepening Reform.” [In Chinese.] People’s Daily, November 16.
Zhang, Z. 2014. “A Review of Two Different Ideas for China’s Reform and Development.” [In Chinese.] Journal of Management 82 (1): 1–11.